| Κύριες μεταφράσεις |
| director n | (person in charge) | διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | | υπεύθυνος, υπεύθυνη επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ |
| | | επικεφαλής επίρ |
| | Who is the director of this project? |
| | Ποιος είναι ο διευθυντής αυτού του έργου; |
| | Ποιος είναι ο υπεύθυνος αυτού του έργου; |
| | Ποιος είναι ο επικεφαλής αυτού του έργου; |
| director n | (cinema, theatre) | σκηνοθέτης, σκηνοθέτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (λόγιο) | σκηνοθέτις, σκηνοθέτιδα ουσ θηλ |
| | He is an actor, but would really like to be a film director. |
| | Ηθοποιός είναι, αλλά στην πραγματικότητα θα ήθελε να είναι σκηνοθέτης. |
| | Ηθοποιός είναι, αλλά στην πραγματικότητα θα ήθελε να είναι σκηνοθέτρια. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| art director n | (creates advertising visuals) | καλλιτεχνικός διευθυντής ουσ αρσ |
| art director n | (TV, film: head of art department) | καλλιτεχνικός διευθυντής ουσ αρσ |
| artistic director n | (tv, film: head of art department) | καλλιτεχνικός διευθυντής ουσ αρσ |
| assistant director n | (tv, cinema: assistant to director) | βοηθός σκηνοθέτη ουσ αρσ |
| assistant director n | (business: deputy director) | βοηθός διευθυντή, υποδιευθυντής ουσ αρσ |
| associate director n | (executive position) | αναπληρωτής διευθυντής, αναπληρώτρια διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| | | σύμβουλος διεύθυνσης φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| casting director n | ([sb]: chooses performers) | υπεύθυνος διανομής ρόλων περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | υπεύθυνος κάστινγκ περίφρ |
| | After the audition, Phil called the casting director every day to see if he had got the part. |
| | Μετά την ακρόαση ο Φιλ τηλεφωνούσε στον υπεύθυνο κάστινγκ κάθε μέρα για να δει αν είχε πάρει τον ρόλο. |
| choral director n | ([sb] who conducts a choir) | διευθυντής χορωδίας φρ ως ουσ ουσ αρσ |
| | During the 20 years the choral director has directed the town choir, they have given over 1000 performances. |
| co-director n | (business) | συνδιευθυντής, συνδιευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| co-director n | (film) | συνσκηνοθέτης ουσ αρσ/θηλ |
| co-director n | (music: band, etc.) | αυτός που συνδιευθύνει περίφρ |
| deputy director n | ([sb] acts on behalf of director) | υποδιευθυντής ουσ αρσ |
| | The deputy director will be in charge while the director is away on business. |
| DG n | mainly UK, initialism (Director General) | γενικός διευθυντής, γενική διευθύντρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| | The DG of the enterprise is out of the country this week. |
director general, director-general, plural: directors general, directors-general n | mainly UK, often capitalized (chief executive) | γενικός διευθυντής, γενική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| | John Reith was the founder of the BBC and its first Director General. |
| Director of Public Prosecutions n | (head of criminal prosecution service) | Γενικός Εισαγγελέας επίθ + ουσ αρσ |
| director's chair n | (film director's seat) | καρέκλα σκηνοθέτη φρ ως ουσ θηλ |
| | The film director sat in the director's chair and gave instructions to the actors. |
| director's chair n | figurative (position of authority) | διευθυντική θέση επίθ + ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | διευθυντικός θώκος φρ ως ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | διευθυντική καρέκλα επίθ + ουσ θηλ |
| | I'm in the director's chair now. |
| DPP n | initialism (Director of Public Prosecutions) | εισαγγελέας ουσ αρσ/θηλ |
| film director n | (oversees making of film) | σκηνοθέτης ουσ αρσ |
| | Kurosawa is considered to be one of Japan's best film directors. |
| finance director n | (financial manager) | οικονομικός διευθυντής, οικονομική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| | Theresa worked her way up in the company from junior accountant to finance director. |
| funeral director n | (undertaker) | εργολάβος κηδειών ουσ αρσ |
| | The funeral director is a somber man, well-suited for his profession. |
| managing director n | often capitalized (MD: director who manages whole company) | διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | | γενικός διευθυντής, γενική διευθύντρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | διευθύνων σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| | Serena is managing director of an international fashion house. |
| managing director n | UK, often capitalized (MD: manager who oversees a project) | διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | The managing director was strict but fair. |
| | Ο διευθυντής ήταν αυστηρός αλλά δίκαιος. |
| Marketing Director n | (manager of promotional activities) | Διευθυντής Μάρκετινγκ, Διευθυντής Τμήματος Μάρκετινγκ περίφρ |
music director, musical director n | (overseer of musical activities) | μουσικός διευθυντής, μουσική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| music director n | (band conductor) | διευθυντής ορχήστρας, διευθύντρια ορχήστρας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| | | μαέστρος ουσ αρσ/θηλ |
| personnel director n | (head of Human Resources department) | διευθυντής προσωπικού, προσωπάρχης ουσ αρσ |
| program director | (broadcasting) | διευθυντής προγράμματος, διευθύντρια προγράμματος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| social director n | ([sb] who organizes social activities) | διοργανωτής εκδηλώσεων, διοργανώτρια εκδηλώσεων περίφρ |
| | The cruise ship's social director planned a dance, a talent show and a game night. |
| sole director n | (only manager of a company) (εταιρεία) | μοναδικός διευθυντής, μοναδική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| stage director n | ([sb] who directs theater production) | διευθυντής σκηνής, διευθύντρια σκηνής φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| vice director n | (deputy manager) | υποδιευθυντής, υποδιευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |